Ο Βύρων ως ήρωας δραματικού επεισοδίου στη Ρωσική ιστορία

της Νίνα Ντιακόνοβα,
Ομοτίμου Καθηγητρίας Πανεπιστημίου Πετρουπόλεως

Το 1944 μια νεαρή Ρωσίδα, τέκνο του διάσημου μεταφραστού της Ιλιάδος του Ομήρου, η Τατιάνα Γκνέντιτς, συνελήφθηκε για «προδοσία και κατασκοπία» από τις Σοβιετικές Αρχές. Φυλακισμένη στην πιο κακόφημη φυλακή του Λένινγκραντ (Αγίας Πετρούπολης), μετά λύπης γνωστή ως «Μεγάλο Σπίτι», η Τατιάνα ανακρινόταν πολύ χρόνο και επίπονα όταν ξαφνικά ερωτήθηκε: «Πώς συμβαίνει και όλους αυτούς τους μήνες ουδέποτε ζήτησες ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη της φυλακής; Είχα την εντύπωση ότι ήσουν αναγνώστρια!» Η δεσποινίδα Γκνέντιτς απάντησε: δεν έχω καιρό για διάβασμα, απασχολούμαι διαφορετικά» — «Αλήθεια; Μπορώ να σε ρωτήσω τι κάνεις ακριβώς;»— «Μεταφράζω τον Δον Ζουάν του Βύρωνα», του είπε. Στην έκπληξη του ανακριτή αποκρίθηκε ότι ήξερε απ’έξω δύο άσματα και είχε σχεδόν τελειώσει το πρώτο αλλά δεν είχε χαρτί για να το γράψει. Φιλικότατα ο ανακριτής της έδωσε ένα αντίγραφο των ερωτήσεων που της είχαν γίνει κατά την ανάκριση. Στην πίσω όψη των σελίδων, η δεσποινίδα Γκνέντιτς κατέγραψε την απόδοσή της στα Ρωσικά εκατοντάδων στροφών του Δον Ζουάν με τα πλέον μικροσκοπικά γραμματάκια που είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς! Ο ανακριτής είχε την καλοσύνη να της επιτρέψει να τις κρατήσει, και μετά μια δεκαετία είχα την τιμήν εγώ να τις δω με τα ίδια μου τα μάτια. Όταν ο ανακριτής διέβασε τη μετάφραση, κούνησε το κεφάλι του και μετά αρκετή σιωπή είπε: «Μόνο ένα πράγμα υπάρχει που μπορώ να κάνω για σένα : η ποινή σου είναι δέκα χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Εάν σε βολεύει, θα πείσω τις αρχές της φυλακής να σ’αφήσουν να μείνεις ένα χρόνο, ή κάτι τέτοιο, σε μοναχική απομόνωση στο Λένινγκραντ έως ότου τελειώσεις όλο το κείμενο και κατόπιν θα συμπληρώσεις την δεκαετία σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως.»

Φυσικά, η Τατιάνα Γκνέντιτς συμφώνησε και εζήτησε μόνο τρία πράγματα επιπλέον: το πλήρες κείμενο του Βυρωνικού ποιήματος, ένα Αγγλο-Ρωσικό λεξικό και άφθονο χαρτί, για να μην αναφέρω τίποτε για πένες γραψίματος. Της εδόθησαν αυτά τα προνόμια, και σε 14 μήνες τέλειωσε τη μετάφρασή της. Της επιτράπηκε να την κρατήσει, και πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια σ’ένα από τα πολυάριθμα στρατόπεδα συγκεντρώσεως της Σιβηρίας, εργαζόμενη στην βιβλιοθήκη της φυλακής, γιατί ήταν τελείως ακατάλληλη για χειρωνακτική εργασία, λόγω της υγείας της.

Το 1954, η κυρία Γκνέντιτς επέστρεψε στο Λένινγκραντ και παρουσίασε τη μετάφρασή της στις καλύτερες λογοτεχνικές αυθεντίες: τους Καθηγητές Μ. Αλεξέγεφ και Α. Σμίρνοφ καθώς και στον ποιητή-μεταφραστή Μ. Λοζίνσκυ? η ετυμηγορία τους ήταν ομόφωνη έγκριση που εδήλωνε τα εμφανή προτερήματα της νέας απόδοσης σε σύγκριση με προγενέστερες. Δυστυχώς, η έλλειψη κατάλληλων λεξικών και οιωνδήποτε σχολίων στο κείμενο είχε οδηγήσει σε πάμπολλες παρερμηνείες, σφάλματα και παρεξηγήσεις.

Δύο επιμελητές, ο Καθηγητής Α. Σμίρνοφ και εγώ, εργάστηκαν πάνω από δύο χρόνια με την μεταφράστρια μέχρι που το ποίημα έφτασε στην κατάσταση που θα είχε ικανοποιήσει τον ίδιο τον Λόρδο Βύρωνα.

Ο πασίγνωστος επιστήμων και αντιστασιακός Καθηγητής Εφίμ Έτκιντ χρειάστηκε δύο χρόνια για να πείσει τις αρχές του Λένινγκραντ (Αγίας Πετρούπολης) να δημοσιεύσουν τη νέα μετάφραση. Αμέσως έγινε αντικείμενο θαυμασμού και μελετών, ένα εξαίσιο δείγμα σοβαρού και ελαφρύ στίχου, ένα γεγονός στην ιστορία της Ρωσικής κουλτούρας.

Η πρώτη έκδοση δημοσιεύθηκε το 1956 και ακολουθήθηκε από πολυάριθμες επανεκδόσεις συνήθως γρήγορα να εξαντλούνται για να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντα των Ρώσων για την ξένη κουλτούρα. Ο Βύρων έγινε ένας πασίγνωστος και πολύ εκτιμούμενος Ήρωας της νέας εποχής, μια ηθική και διανοητική επιρροή.

Τις τελευταίες ημέρες του 2008 ένα βιβλίο με τίτλο Τ.Γ. Γκνέντιτς: Χρόνια Αιχμαλωσίας και Χρόνια Δόξας δημοσιεύθηκε από την αφοσιωμένη της μαθήτρια, Γκαλίνα Ούσοβα. Εμπνευσμένη από τις δραστηριότητες της Γκνέντιτς ως φωτοδότριας και εκπαιδεύτριας νεαρών «τυχοδιωκτών» στο χώρο της ποιητικής μετάφρασης, η Ούσοβα συνέθεσε ένα βιβλίο που περιέχει και μια σύντομη ιστορία του βίου της δασκάλας της, και εκατοντάδες σελίδες που παρουσιάζουν τη λυρική της ποίηση (σχεδόν αδημοσίευτη μέχρι τώρα) και πολυάριθμες μεταφράσεις — τα πάντα, εκτός από τον ήδη γνωστό Δον Ζουάν.

Ο τελευταίος εμφανίζεται στο βιβλίο μόνο στην προσωπική αφήγηση της κυρίας Γκνέντιτς για το κοπιαστικό της έργο ως μεταφράστριας — και στις ενθουσιώδεις βιβλιοκρισίες των ειδικών. Η ανάλυση της μεταφραστικής τέχνης από την κυρία Ούσοβα είναι και λεπτεπίλεπτη και δίκαιη, για την Τατιάνα. Το βιβλίο περιέχει και μια συγκινητική περιγραφή της κηδείας της Τατιάνας Γ. Γκνέντιτς, την οποίαν παρακολούθησαν εκατοντάδες ανθρώπων, και που ελαμπρύνθηκε από την απαγγελία ποιημάτων της, συμπεριλαμβανομένων των αποδόσεών της του Βυρωνικού Δον Ζουάν.

5 Φεβρουαρίου 2009

Αγία Πετρούπολη

(Μετάφραση Καθηγητού Μ.Β. Ραΐζη)